Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

Γνωμοδότηση Νομικού Συμβούλου Π.Ο.ΑΣ.Υ. για τις μετακινήσεις των αστυνομικών

Αθήνα 18 Οκτωβρίου 2012
Αρ. Πρωτ.: 301/1/34α
Προς: Τις Πρωτοβάθμιες Οργανώσεις


  Συναδέλφισσες, συνάδελφοι,
  Με αφορμή τις ευρύτατης κλίμακας μετακινήσεις συναδέλφων στις Αστυνομικές Διευθύνσεις Θράκης και αλλού, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της λαθρομετανάστευσης, η Ομοσπονδία μας έχει γίνει δέκτης ερωτημάτων από πολλές Πρωτοβάθμιες Ενώσεις – μέλη της, από τις οποίες έχουν αποσπαστεί συνάδελφοι, σχετικά με τα χρονικά όρια απόσπασης για την κάλυψη των συγκεκριμένων αναγκών.
Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, η Ένωση Αστυνομικών Υπαλλήλων Θεσπρωτίας, με το υπ' αριθ. 301/1/6 από 8-10-2012 έγγραφό της, ζήτησε τη διευκρίνιση της διάταξης του άρθρου 19 παρ.5 του Π.Δ. 100/2003 το οποίο αναφέρεται τόσο στις προϋποθέσεις παράτασης της απόσπασης όσο και στη δυνατότητα διαταγής νέας απόσπασης για την κάλυψη εποχιακών αναγκών.
  Τα ζητήματα αυτά παρουσιάζουν γενικότερο ενδιαφέρον, καθώς οι εκτεταμένες αυτές μετακινήσεις συναδέλφων συντελέστηκαν κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και επειδή το πρόβλημα δεν προβάλει ως εποχικό ή έκτακτο, δημιουργείται μείζον ζήτημα τόσο για την νομιμότητα των μεταθέσεων αυτών, όσο και για την διάρκειά τους.
  Ενόψει του γενικότερου ενδιαφέροντος που παρουσιάζει το ανωτέρω ερώτημα για όλες τις Πρωτοβάθμιες Ενώσεις, η Ομοσπονδία απευθύνθηκε στο Νομικό Σύμβουλο κ. Μπουκουβάλα Χαράλαμπο, ζητώντας να γνωμοδοτήσει επί των ερμηνευτικών ζητημάτων που θέτει η εφαρμογή των συγκεκριμένων διατάξεων του Π.Δ. 100/2003.
  Για ενημέρωση όλων των συναδέλφων, σας παραθέτουμε αυτούσια τη σχετική γνωμοδότηση:
« ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ
Η Ένωση Αστυνομικών Υπαλλήλων Νομού Θεσπρωτίας, με το υπ' αριθμ. 301/1/6 από 8-10-2012 έγγραφό της ζήτησε τη διευκρίνιση της διάταξης του άρθρου 19 παρ.5 του Π.Δ. 100/2003 σχετικά με τη χρονική διάρκεια των μετακινήσεων Αστυνομικού Προσωπικού στις Αστυνομικές Διευθύνσεις της Θράκης καθώς και τη δυνατότητα και τις προϋποθέσεις νέας μετακίνησης.
Συναφής και ληπτέα υπόψη η υπ' αριθμ. 6001/7/5509-α' από 29-7-2012 απόφαση του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. δυνάμει της οποίας αποσπάσθηκαν αστυνομικοί , σε εφαρμογή του άρθρ.9 παρ.2 εδ. γ΄ του ΠΔ 100/2003, για την ενίσχυση των Αστυνομικών Διευθύνσεων Αλεξανδρούπολης – Ορεστιάδας – Ροδόπης –Ξάνθης «προκειμένου αντιμετωπισθεί πρόβλημα παράνομης μετανάστευσης».
Συνεπώς, το ερώτημα τίθεται και εξετάζεται σε συνάρτηση με την ανωτέρω διαταγή.
Στο άρθρο 19 παρ.2 περ.γ' του ΠΔ 100/2003 ορίζεται ότι:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ' ΑΠΟΣΠΑΣΕΙΣ - ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ
  1....2. Αποσπάσεις σε Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας επιτρέπονται στις εξής περιπτώσεις: α.... β. ... γ. Για την ενίσχυση Υπηρεσίας προς αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων σοβαρών υπηρεσιακών αναγκών, μέχρι τρεις (3) μήνες, με δυνατότητα παράτασης μέχρι τρεις (3) ακόμη μήνες, εφόσον συναινεί σ' αυτή ο αποσπασμένος.»
  Περαιτέρω, στην παρ. 5 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι:
  «5. Οι αποσπάσεις του εδαφίου γ' της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, εντός του αυτού τόπου, δύναται να παραταθούν και πέραν του εξαμήνου. Στην περίπτωση αυτή για την απόσπαση αποφασίζει το οικείο Συμβούλιο Μεταθέσεων. Νέα απόσπαση αστυνομικού εκτός του αυτού τόπου, για τους λόγους που αναφέρονται στα εδάφια, β' και γ' της παρ. 2 του παρόντος άρθρου δεν επιτρέπεται, εφόσον έχει συμπληρωθεί το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο και δεν έχει παρέλθει έτος από τη λήξη της προηγούμενης απόσπασης. Επίσης δεν επιτρέπεται απόσπαση αστυνομικού για ενίσχυση αστυνομικών Υπηρεσιών Αεροδρομίων και Υπηρεσιών αυξημένου τουριστικού ενδιαφέροντος, πριν από την παρέλευση διετίας από την προηγούμενη απόσπαση, εφόσον δεν συναινεί ο αστυνομικός. Ειδικά για τις αποσπάσεις του εδαφίου δ' της παρ. 2 δεν υπάρχουν χρονικοί περιορισμοί, εφόσον συναινεί ο αστυνομικός.»
  Επί των ανωτέρω διατάξεων παρατηρούνται τα ακόλουθα:
  Σύμφωνα με τη γενική θεωρία δικαίου, η απόσπαση αποτελεί προσωρινή υπηρεσιακή μεταβολή (πρβλ. Τάχος Α., ΕρμΥΚ, άρθρ.68 σελ. 895). Ενόψει του έκτακτου και προσωρινού της χαρακτήρα, ορίζονται εκ του νόμου συγκεκριμένα χρονικά όρια. Τα όρια αυτά πρέπει να ερμηνεύονται στενά, ιδίως στην περίπτωση της υποχρεωτικής απόσπασης, καθώς η υποχρεωτική απόσπαση συνιστά περιορισμό των εγγυήσεων και δικαιωμάτων που συνδέονται με την κατοχή συγκεκριμένης οργανικής θέσης. Η ίδια ερμηνευτική κατεύθυνση προκύπτει και κατ' εφαρμογήν του άρθρου 22 του Συντάγματος και του άρθρου 15 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., στα οποία θεμελιώνεται υπερνομοθετικά η προστασία των εργαζομένων.
  Στο Π.Δ. 100/2003 (ΦΕΚ Α΄ 94/22.04.2003) «Τοποθετήσεις, μεταθέσεις, Αποσπάσεις και λοιπές μετακινήσεις αστυνομικού προσωπικού», ορίζονται ρητά οι προϋποθέσεις και η διαδικασία των υπηρεσιακών μεταβολών του αστυνομικού προσωπικού. Στο άρθρο 19 ορίζονται τα σχετικά με τις αποσπάσεις του εν λόγω προσωπικού.
  Ειδικότερα, η απόσπαση για την κάλυψη «εποχιακών ή άλλων σοβαρών υπηρεσιακών αναγκών» της περ.γ' της παρ.2 του άρθρου 19 αποφασίζεται, εφόσον υφίστανται οι προαναφερόμενες ανάγκες, με χρονική διάρκεια η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους 3 μήνες. Συνεπώς, η χρονική διάρκεια της υποχρεωτικής απόσπασης είναι τρεις (3) μήνες.
  Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με την περ.γ΄ της παρ.2 του άρθρου 19, η απόσπαση μπορεί να παραταθεί για επιπλέον 3 μήνες μόνο στην περίπτωση κατά την οποία συναινεί ρητά στην παράταση αυτή ο αποσπασμένος.
  Όπως προβλέπεται στην παρ.5 του άρθρ. 19, για την πέραν του κατά τα ανωτέρω εξαμήνου (3+3 μήνες) παράταση της απόσπασης εντός του αυτού τόπου, αποφασίζει το οικείο Συμβούλιο Μεταθέσεων. Συνεπώς, για την εφαρμογή των εδαφίων α' και β΄ της παρ.5 του άρθρου 19 θα πρέπει σωρευτικά να έχουν συντρέξει οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) ύπαρξη εποχιακών ή άλλων σοβαρών υπηρεσιακών αναγκών.
β) εξάντληση του αρχικού τριμήνου κατά το οποίο η απόσπαση είναι υποχρεωτική.
γ) παράταση επιπλέον 3 μηνών, με τη συναίνεση του αποσπασμένου.
δ) απόφαση Συμβουλίου Μεταθέσεων για παράταση της απόσπασης πέραν του εξαμήνου εντός του αυτού τόπου.
  Συνεπώς, για την παράταση της απόσπασης πέραν του εξαμήνου, με απόφαση του Συμβουλίου Μεταθέσεων, θα πρέπει να έχει παρέλθει το εξάμηνο, τούτο δε, ως προϋπόθεση της νομιμότητας της απόφασης του Συμβουλίου, θα πρέπει να έχει χωρήσει νομίμως, δηλαδή με τη συναίνεση του αποσπασμένου για το πέραν των αρχικών τριών μηνών διάστημα. Τούτο διότι, οι διαδοχικές παρατάσεις έχουν το χαρακτήρα εκτελεστών διοικητικών πράξεων των οποίων νόμιμο έρεισμα αποτελεί κάθε προηγούμενη πράξη, έως την αρχική απόφαση απόσπασης. Συνεπώς, η νομιμότητα εκάστης κλονίζεται όταν πάσχει η νομιμότητα της προηγούμενης, ιδίως όταν δεν έχει παρέλθει άπρακτη η 60ήμερη προθεσμία προσβολής εκάστης με αίτηση ακύρωσης.
  Περαιτέρω, στο εδάφιο γ' της παρ.5 ορίζονται οι προϋποθέσεις νέας απόσπασης σε διαφορετικό τόπο (εκτός του αυτού τόπου). Καταρχήν, τίθεται το ερμηνευτικό ζήτημα αν είναι επιτρεπτή νέα απόσπαση εντός του αυτού τόπου. Η περίπτωση αυτή δε φαίνεται να καλύπτεται από το γράμμα του εδ. γ' το οποίο ρητά αναφέρεται σε νέα απόσπαση εκτός του αυτού τόπου. Ωστόσο, είναι πρόδηλο ότι η διακοπή της αρχικής απόσπασης και η έκδοση νέας απόφασης απόσπασης στον ίδιο τόπο θα συνιστούσε πρόδηλη καταστρατήγηση των ασφαλιστικών δικλίδων που τίθενται για την παράταση της αρχικής απόσπασης, τόσο δηλαδή της απαιτούμενης συναίνεσης του αποσπασμένου όσο και της απόφασης του Συμβουλίου Μεταθέσεων. Τούτο διότι η τυχόν παραδοχή ότι η Διοίκηση μπορεί νομίμως, με τη λήξη του αρχικού τριμήνου και τη διακοπή της απόσπασης, να διατάξει νέα απόσπαση στον ίδιο τόπο και για τους ίδιους λόγους, θα οδηγούσε κατ' ουσίαν σε παράταση της αρχικής απόσπασης χωρίς τη συναίνεση του αποσπασμένου, κατά πλήρη αντίθεση τόσο με το γράμμα όσο και με το πνεύμα της διάταξης της περ.γ' παρ.2 του άρθρ. 19. Συνεπώς, κατά τελολογική διαστολή, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις που τίθενται στο εδάφιο γ' της παρ.5 του άρθρ.19 για τα χρονικά όρια νέας απόσπασης, ισχύουν τόσο για τις αποσπάσεις εκτός του αυτού τόπου όσο και για τις αποσπάσεις εντός του αυτού τόπου.
  Κατά το εδ. γ' της παρ.5 του άρθρ. 19, νέα απόσπαση «για τους λόγους που αναφέρονται στα εδάφια, β' και γ' της παρ. 2 του παρόντος άρθρου δεν επιτρέπεται, εφόσον έχει συμπληρωθεί το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο και δεν έχει παρέλθει έτος από τη λήξη της προηγούμενης απόσπασης.» Περαιτέρω το άρθρο 243 ΑΚ ορίζει στο εδ. γ' ότι «Προθεσμία που έχει προσδιοριστεί σε χρόνια λήγει μόλις περάσει η αντίστοιχη ημερομηνία του τελευταίου χρόνου». Ως ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, για την εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης πρέπει να νοηθεί το εκάστοτε ισχύον νόμιμο όριο, δηλαδή το 3μηνο ή το 6μηνο, στην περίπτωση που ο αποσπασθείς έχει συναινέσει στην παράταση της απόσπασής του. Περαιτέρω, είναι προφανές ότι ως «έτος» λογίζεται το χρονικό διάστημα 12 μηνών και όχι το εκάστοτε ημερολογιακό έτος, συνεπώς νέα απόσπαση επιτρέπεται μετά την παρέλευση της ημερομηνίας λήξης της απόσπασης του επόμενου έτους (πρβλ. 243 Α.Κ.), δηλαδή ένα έτος μετά το 3μηνο ή 6μηνο αντίστοιχα και όχι ασφαλώς αμέσως μετά τη λήξη του ημερολογιακού έτους 2012 (εν προκειμένω).
  Συνεπώς, στην περίπτωση της παρέλευσης του αρχικού τριμήνου, και υπό την προϋπόθεση ότι ο αποσπασθείς δεν συναίνεσε στην παράταση αυτής, απαγορεύεται νέα απόσπαση (εντός ή εκτός του αυτού τόπου όπως καταδείχθηκε ανωτέρω) για τους λόγους της περ.γ' παρ.2 αρθρ.19 πριν τη συμπλήρωση έτους (12 μηνών) από τη λήξη της αρχικής απόσπασης.
  Συμπερασματικά, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι:
1. Η υποχρεωτική απόσπαση – με ή χωρίς τη συναίνεση του αποσπασμένου – είναι χρονικής διάρκειας τριών μηνών.
2. Για να παραταθεί για άλλους τρεις μήνες πέραν της αρχικής (ήτοι σύνολο έξι μήνες) απαιτείται η συναίνεση του αποσπασμένου.
3. Για την πέραν του εξαμήνου παράταση της απόσπασης απαιτείται απόφαση του οικείου Συμβουλίου Μεταθέσεων (εδάφιο α' της παρ.5 του άρθρ. 19), και συναίνεση του αποσπασμένου για την πέραν του αρχικού τριμήνου παράταση της αρχικής τρίμηνης απόσπασης.
4. «Νέα απόσπαση» για τους λόγους της περ.γ' της παρ. 2 του άρθρου 19, σε άλλο ή και τον ίδιο ακόμη τόπο, εφόσον έχει συμπληρωθεί το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, δεν είναι δυνατή πριν παρέλθει έτος από τη λήξη της προηγούμενης απόσπασης.
5. «Έτος» για την εφαρμογή των ανωτέρω νοείται το πλήρες έτος, ήτοι χρονικό διάστημα 12 μηνών και όχι το ημερολογιακό έτος.
6. «Ανώτατο επιτρεπόμενο όριο», στην περίπτωση κατά την οποία δεν έχει παραταθεί η αρχική απόσπαση με τη συναίνεση του αποσπασμένου, πρέπει να νοηθεί το χρονικό διάστημα τριών μηνών.
Συνεπώς, επί των τεθέντων ερωτημάτων προσήκουν τα ως άνω 1 έως 6 συμπεράσματα.
Αθήνα, 17 Οκτωβρίου 2012
Ο γνωμοδοτών δικηγόρος
Μπουκουβάλας Χαράλαμπος »
Συναδέλφισσες, συνάδελφοι,
  Ύστερα από την παραπάνω γνωμοδότηση που έλαβε η Ομοσπονδία μας, προειδοποιεί ότι δεν θα ανεχθεί καμία υπέρβαση των από το νόμο καθοριζομένων χρονικών ορίων. Σε μία περίοδο οικονομικής εξαθλίωσης του Έλληνα Αστυνομικού, η προσωπική και υπηρεσιακή του απαξίωση, που συντελείται με την παράβαση όρων και κανονισμών σε θέματα ωραρίων, υγιεινής και ασφάλειας κλπ δεν θα γίνει ανεκτή από κανέναν.
  Απαιτούμε λοιπόν όλα τα ανωτέρω, που ούτως ή άλλως θεωρούνται αυτονόητα, να είναι πάντα σεβαστά από την Πολιτική και Φυσική Ηγεσία ώστε και ο Έλληνας Αστυνομικός να τυγχάνει της προστασίας και του σεβασμού της Πολιτείας τουλάχιστον στο βαθμό που θέλουμε να έχουν και οι παράνομοι αλλοδαποί στη Χώρα μας.

 Κοιν.: 1) Πολιτικά Κόμματα
          2) Υπουργό Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη
              κ. Νικόλαο ΔΕΝΔΙΑ
          3) Γενικό Γραμματέα Δημόσιας Τάξης
              κ. Αθανάσιο ΑΝΔΡΕΟΥΛΑΚΟ
          4) Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας
              Αντιστράτηγο κ. Νικόλαο ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ
          5) Αστυνομικές Υπηρεσίες